ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Όταν η καταιγίδα περάσει δε θα είσαι ο ίδιος…

 


Της Χριστίνας Καζανιάτορα.

Γεννημένοι σε λάθος χρόνο;

Γεννημένοι σε λάθος κόσμο;

Και αφού όλοι έρχονται στον κόσμο αυτό για έναν σκοπό γιατί ο δικός τους πρέπει να είναι αυτός της απογοήτευσης;

Κι αν μέσα από αυτές γίνονται πιο δυνατοί, πιο ισχυροί, αυτοί γιατί πονούν;

Τι τους κρατά πίσω;

Ο φόβος; Η δύναμη; Η αγάπη;

Ένας άνθρωπος με πόσους μπορεί να τα βάλει;

Πόσους να ρίξει κάτω, πόσους να νικήσει, πόσους να αποφύγει;

Ανθρώπινες σκιές που καλύπτουν ο ένας τον άλλον.

Ανυπεράσπιστοι στην μαχαιριά.

Μπροστά σε ανοιγμένα μπαούλα, να ψάχνουν την δική τους πανοπλία, τσαλακωμένη από τις πολλές φορές που φορέθηκε…

Ύστερα πάλι μέσα, μέχρι την επόμενη φορά που θα την ζητήσει η άμυνα τους.

Αξιοπρέπεια.

Ακόμα ένα ραφινάτο ένδυμα, μυρίζει ακόμα ανωτερότητα.

Στις κλωστές του κρατά αυτή την ποιότητα, που το κάνει τόσο ακριβό!

Αυτό το κάτι, που μόνο η ποιότητα της ανωτερότητας του δίνει.

*Ψάχνεις απελπισμένα μέσα. Τι αναζητάς αναρωτιέμαι…

Σκαλίζεις ξανά και ξανά, ανακατεύεις πετώντας μερικά έξω.

Τα αναζητάς μα δεν τα βρίσκεις.

Τι ζητάς…

Τα παράσημά σου ψάχνεις.

Μα δεν τα βρίσκεις πουθενά.

Μόνο ένα γράμμα. Ένα αρχικό γράμμα, σε μια κόλλα λευκό χαρτί

Το πιάνεις και το κοιτάς, ναι αυτό είναι, λες. Είναι δικό μου.

Είναι το όνομά μου, με αυτό συστήνομαι με αυτό υπογράφω

Παράσημα ακόμα δεν βρήκες

Βρήκες όμως κάτι εξίσου σημαντικό

Μια κόλλα λευκό χαρτί. Ο χρόνος δεν το αλλοίωσε, δεν το κιτρίνισε, δεν το ξεθώριασε.

Κενό…με τι να το γεμίσω σκέφτεσαι.

Σκόρπιες λέξεις, γραμμένες βιαστικά μη σου χαθεί στην πορεία η σκέψη…

Αστερίσκοι και υποσημειώσεις.

Έπειτα η σκέψη σου, αυτή που τρέχει τόσο γρήγορα και το μολύβι σου που χορεύει στο λευκό σου χαρτί

Μια τελεία.

Μια κατάθεση βγαλμένη από την ψυχή σου.

Μια βαθιά ανάσα.

Εσύ τώρα να αναρωτιέσαι στα όσα γράφουν…τι είναι αληθινό, τι μυθοπλασία, καλπάζει η φαντασία τους; Πονούν; η μήπως οι επιθυμίες  τους οδηγούν το μολύβι;

Άγνωστο θα παραμείνει.

Αυτά δεν μοιράζονται. Είναι μυστικά και ανήκουν σε αυτόν που γράφει, στους παλμούς που χτυπά η καρδιά τους, στην μυρωδιά από το χαρτί.

Μια κούπα αχνιστό καφέ, η μια γιορτή στην κάθε κατάθεση που κάνουν, πίνοντας ένα ποτήρι κρασί.

Ένα χαμόγελο, ή ένα δάκρυ.

Και ξανά οι σκέψεις που τώρα γίνονται εικόνες, οι αναμνήσεις που τώρα ζουν στο παρών και λόγια που δεν θέλουν να μάθεις, λόγια που ίσως και να μην σου πουν ποτέ…

Και αν κάτι από αυτά που έμειναν μέσα από την γραφή τους σε αγγίζει, κράτα το και κάνε το δικό σου, αν πάλι όχι άστους, άστους να γράφουν, άστους να μιλάνε με την σιωπή, δεν είναι υποχρεωτικό να σου αρέσουν μα είναι υποχρεωτικό να εκφραστούν.

*Τα διπλώνεις ένα ένα, όλα προσεκτικά και τα ξαναβάζεις στην θέση τους κλείνοντας το μπαούλο σου.

Και όταν η καταιγίδα θα έχει περάσει, δεν θα θυμάσαι πως τα κατάφερες, ούτε πως επιβίωσες.

Δεν θα είσαι καν σίγουρος ούτε αν η καταιγίδα όντως τελείωσε.

Ένα πράγμα είναι μόνο σίγουρο.

Όταν θα περάσει, δεν θα είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν πριν ξεκινήσει!

Πηγή : http://www.anapnoes.gr/

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα οριστεί σε "επιτρέπει cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, στη συνέχεια, σας ζητάμε να ακολουθήσετε αυτό.

Close